Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Η μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει .... χρόνια τώρα ! !





                                                                                                                                      

Πάνε πολλά χρόνια τώρα, που τα παιδιά έχουν πάψει να παίζουν πια σε πλατείες, σε αλάνες - ανύπαρκτες πια - ή σε χορταριασμένα οικόπεδα - τα χρόνια της αντιπαροχής εξαφάνισαν και τα τελευταία που είχαν μείνει... -. 

Οι μανάδες δεν βγαίνουν πια τα καλοκαιρινά βράδια να φωνάζουν με φωνή σειρήνας: "Γιωργάκη, μαζέψου κακομοίρη μου γιατί θα σε κλειδώσω απ' έξω!!!".

                                                                                                                

Εξ άλλου τα περισσότερα παιχνίδια που παίζαμε τότε στους δρόμους και στις αλάνες έχουν ξεχαστεί πια.   
Πέρασαν στη λήθη, ακόμα και για κάποιους μεσήλικες που είχαν αφιερώσει ώρες και ώρες σ'αυτά. Γι' αυτό λοιπόν θα κάνουμε ένα αφιέρωμα στα ομαδικά παιχνίδια που παίζαμε τότε στους δρόμους




 


"Τι με κοιτάζεις
μ' αυτά τα μάτια
αυτό που ζήσαμε
σκοτάδι και μας πνίγει
εσύ μια κούκλα
στα σκαλοπάτια
κι εγώ τρενάκι
που δεν πρόκειται να φύγει."




Τα χώματα      


     Δεν ξέρω αν ήταν ακριβώς παιχνίδι, αλλά τα μικρότερα παιδιά έπαιζαν στα χώματα με τις ώρες. Τι κάναμε απροσδιόριστο, σκάβαμε, ανακατεύαμε, γεμίζαμε κουβαδάκια, παλεύαμε με φτυαράκια και τσουγκράνες! Η ομορφιά αυτού του παιχνιδιού ήταν η χαλαρότητά του και κυρίως ότι έπρεπε να βρωμιστείς οπωσδήποτε!! 

   Γυρίζαμε στα σπίτια μας σαν εργάτες οικοδομής με λερωμένα ρούχα, χέρια και γόνατα μες το χώμα, μαλλιά μες την άμμο. Οι μανάδες μας πάθαιναν πανικό και μας έπλεναν μες τη νύχτα σε σκάφες και κουβάδες, μουρμουρίζοντας και δίνοντας μας και καμιά ξυλιά για εκτόνωση. 




  Πολλές φορές βέβαια μας το πρότειναν και οι ίδιοι αν ήθελαν να μας ξεφορτωθούν - "Άντε να παίξεις με τα χώματα, αλλά πρόσεξε μην λερωθείς! - αν είναι δυνατόν! -.



Γύρω γύρω όλοι 

Τα παιδιά πιάνονται σ' έναν κύκλο και στο κέντρο βάζουν το πιο μικρό· γυρίζουν γύρω γύρω και τραγουδάνε:  

Γύρω γύρω όλοι 
στη μέση ο Μανόλης 
χέρια πόδια στη γραμμή 
κι όλοι κάθονται στη γη...




Τότε όλα τα παιδιά του κύκλου κάθονται κάτω, μετά σηκώνονται και συνεχίζουν:
Κι ο Μανόλης στο σκαμνί.
                              Τότε, το μικρό κάθεται κι αυτό.




Αγαλματάκια ακούνητα, αγέλαστα...  

    Τα αγαλματάκια παίζονται από τρία παιδιά και πάνω. Ένα παιδί τα «φυλάει» και κλείνει τα μάτια με την πλάτη γυρισμένη στα άλλα παιδιά. 

Κρατά κλειστά τα μάτια του και λέει τη φράση:
 «Αγαλματάκια ακούνητα, αγέλαστα, μέρα ή νύχτα;» 

 Όσο λέει τη φράση και κρατά κλειστά τα μάτια τα άλλα παιδιά κινούνται. Φωνάζουν «νύχτα», όταν δεν είναι έτοιμα και «μέρα», όταν πάρουν μια συγκεκριμένη πόζα. Τότε  ανοίγει  τα μάτια του το παιδί που τα φυλάει και όλοι πρέπει να μείνουν ακίνητοι. 
Αν κάποιο παιδί εκείνη τη στιγμή  κινηθεί, τα φυλάει εκείνο.



Αλάτι ψιλό ή Το μαντιλάκι


Τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, κάθονται σχηματίζοντας έναν κύκλο. Ένα  από τα παιδιά, κρατώντας ένα μαντίλι στο χέρι, χοροπηδάει γύρω από τον κύκλο και   τραγουδάει: 

Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό
έχασα τη μάνα μου και πάω να τη βρω.
Παπούτσια δε μου πήρε να πάω στο χορό. 
Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό
έχασα τη μάνα μου και πάω να τη βρω...

Ενώ τραγουδάει, ρίχνει το μαντίλι πίσω από ένα καθισμένο παιδί και συνεχίζει  το τραγούδι. Μόλις το παιδί καταλάβει πως  το μαντίλι βρίσκεται πίσω του, ή του το πουν τ' άλλα παιδιά, σηκώνεται, το παίρνει και τρέχει προς τα δεξιά, γύρω από τον κύκλο, προσπαθώντας να ακουμπήσει με το χέρι του το παιδί που του  έριξε μαντίλι.

 Το πρώτο παιδί πρέπει να προλάβει, τρέχοντας κι αυτό προς τα δεξιά, να πάει και να καθίσει στη θέση του άλλου παιδιού. Αν τα καταφέρει, τότε το παιχνίδι συνεχίζεται με το άλλο παιδί να γυρίζει έξω από τον κύκλο τραγουδώντας:
Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό.



Αμπάριζα


    Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η κάθε ομάδα ορίζει ένα δέντρο ή μια κολόνα για αμπάριζα. Σκοπός του παιχνιδιού είναι να προστατεύει η κάθε ομάδα την αμπάριζα της. 

    Τα παιδιά λαχνίζουν για το ποια ομάδα θα ξεκινήσει πρώτη. Ένα από τα παιδιά της ομάδας που βγήκε πρώτη λέει: «παίρνω αμπάριζα και βγαίνω» και βγαίνει στο χώρο ανάμεσα από τις αμπάριζες και παράλληλα βγαίνει και από την άλλη ομάδα ένα παιδί. 

Συναντιούνται και προσπαθούν είτε να ακουμπήσουν την αντίπαλη αμπάριζα και να την κυριεύσουν είτε να αγγίξουν ο ένας τον άλλο. Όποιος προλάβει να χτυπήσει τον άλλο, τον αιχμαλωτίζει και τον οδηγεί στην  αμπάριζα του.




 Ύστερα βγαίνει ένα παιδί από τη δεύτερη ομάδα και παράλληλα άλλο ένα από την πρώτη. Παίζουν με τον ίδιο τρόπο, μέχρι να φτάσουν στον τελευταίο παίκτη. Ο τελευταίος που μένει, προσπαθεί να προστατεύσει την αμπάριζα. Από την άλλη ομάδα μπορούν να του επιτεθούν δύο αντίπαλοι, όχι περισσότεροι. 

Μπορεί να προσπαθήσει να ελευθερώσει τους αιχμάλωτους συμπαίκτες του για να τον βοηθήσουν μ' ένα άγγιγμα. 
Τότε αυτοί φωνάζουν: «Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω και σε κανένα δεν το λέω»




Ένα-δύο-τρία κόκκινο φως!


    Το παιδί που κάνει τη «μάνα» στέκεται γυρισμένο στον τοίχο, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά σχηματίζουν μια γραμμή αρκετά μέτρα μακριά του. Στο διάστημα που το παιδί απαγγέλλει: 

«Ένα - δύο - τρία κόκκινο φως», τα παιδιά παίρνουν διάφορες στάσεις πλησιάζοντας σιγά-σιγά προς τη μάνα. Μόλις η «μάνα» σταματήσει, γυρίζει απότομα προς το μέρος των παιδιών, που έχουν στο μεταξύ ακινητοποιηθεί. 

 Αν κάποιο απ’ αυτά κουνιέται,   «καίγεται» και δεν παίζει άλλο. Το παιχνίδι επαναλαμβάνεται μέχρι τη στιγμή που κάποιο παιδί θα πλησιάσει τη «μάνα» πολύ κοντά και θα τη χτυπήσει στον ώμο. Τότε όλα τα παιδιά αρχίζουν να τρέχουν, για να περάσουν τη γραμμή της αφετηρίας και η «μάνα» τα κυνηγά. Αν κάποιο παιδί πιαστεί απ’ τη «μάνα», πριν περάσει τη γραμμή, τότε τα "φυλάει". Αλλιώς, τα φυλάει πάλι το ίδιο παιδί.





μικρή Ελένη


   Τα παιδιά πιάνονται σε κύκλο. Στο κέντρο του κύκλου κάθεται γονατιστό ένα παιδί, η «μικρή Ελένη», που προσποιείται ότι κλαίει. Τα παιδιά γυρίζουν γύρω γύρω και τραγουδάνε ένα από τα παρακάτω τραγουδάκια:



Η μικρή Ελένη 
κάθεται και κλαίει 
ποιος δεν την παίζει 
φίλοι αδελφοί. 
Σήκω απάνω 
κλείσε τα ματάκια σου 
κοίταξε τον ήλιο 
και ποιον χαιρέτισε!
Η μικρή Ελένη 
κάθεται και κλαίει
πως δεν την παίζουν οι φιλενάδες της.
Σήκω απάνω 
τα μάτια κλείσε
τον ήλιο κοίτα 
κι αποχαιρέτισε!


Μόλις τελειώσει το τραγούδι, η μικρή Ελένη σηκώνεται όρθια με κλειστά μάτια, υψώνει το κεφάλι κατά τον ήλιο κι έπειτα, ψηλαφιστά πλησιάζει ένα από τα παιδιά του κύκλου και διαλέγει ένα στην τύχη. Το παιδί που διάλεξε η μικρή Ελένη παίρνει τη θέση της στο κέντρο του κύκλου και το παιχνίδι ξαναρχίζει.




Η ουρά του γαϊδάρου

                    Παίζουν παιδιά από 6 χρονών και πάνω. 

Χρειάζονται τουλάχιστον 2 παίκτες, ένα χαρτί, ένα μαντίλι και ένα μολύβι. Τα παιδιά σχεδιάζουν πρώτα σε ένα χαρτί έναν γάιδαρο χωρίς ουρά. ΄Ενα παιδί κλείνει τα μάτια του με ένα μαντίλι. Παίρνει το μολύβι και προσπαθεί να φτιάξει την ουρά. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει πού έφτιαξε την ουρά. Μετά ένα άλλο παιδί αρχίζει την ίδια διαδικασία. Το παιχνίδι τελειώνει, όταν ζωγραφίσουν όλα τα παιδιά και νικητής είναι αυτός που έχει φτιάξει την ουρά στον κοντινότερο σημείο.




Κλέφτες και Αστυνόμοι


   Παίζουν όσα παιδιά θέλουν και χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η μία είναι οι κλέφτες και η άλλη οι αστυνόμοι. 
    Οι αστυνόμοι προσπαθούν να πιάσουν τους κλέφτες, ακουμπώντας τους στην πλάτη. Αυτοί για να προφυλαχτούν, ακουμπούν με την πλάτη κάτω ή στον τοίχο. 








Μουσική: Γιάννης Σπανός
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Ερμηνεία: Χαρούλα Αλεξίου


"Παίζαν οι μικρότεροι
 κλέφτες κι αστυνόμους
 κι ήταν αρχηγός η Αργυρώ 
και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους 
του Άη Γιάννη θα 'τανε θαρρώ..."


Αλλά και οι κλέφτες προσπαθούν συγχρόνως να τους ακουμπήσουν στην πλάτη τους αστυνόμους. Όποιον τον ακουμπήσουν στην πλάτη, βγαίνει από το παιχνίδι.     
 Νικήτρια είναι όποια ομάδα μείνει με τα περισσότερα παιδιά.





Η κολοκυθιά

Ένα παιδί κάνει τη μάνα και τ' άλλα παίρνουν αριθμούς: 1, 2, 3 κ.λπ. Αρχίζει η μάνα, και το παιδί που θ' ακούσει τον αριθμό του πρέπει ν' απαντήσει αμέσως, αλλιώς καίγεται, οπότε ή βγαίνει από το παιχνίδι ή τιμωρείται να κάνει ό,τι το προστάξει η παρέα (το γάιδαρο, το σκύλο, τον κόκορα κ.λ.π.).
 Ο διάλογος, όπως είπαμε, αρχίζει με τη μάνα, συνεχίζεται όμως από τα διάφορα παιδιά που ακούνε τους αριθμούς τους:  



Μάνα:   Έχω μια κολοκυθιά που κάνει 7 κολοκύθια.
Παιδί 7:   Και γιατί να κάνει 7;
Μάνα:   Αμ, πόσα θες να κάνει;
Παιδί 7:   Να κάνει 3.
Παιδί 3:   Και γιατί να κάνει 3;
Παιδί 7:   Αμ, πόσα θες να κάνει;
Παιδί 3:   Να κάνει 10 (ή όποιον άλλον αριθμό, ή «να κάνει και η μάνα»).



Κορόιδο


Για να παιχτεί αυτό το παιχνίδι χρειάζονται 3 παιδιά και μια μπάλα.Τα δυο παιδιά κάθονται ο ένας απέναντι από τον άλλο σε κάποια απόσταση και στη μέση ο τρίτος. 
Τα δυο παιδιά πετούν ο ένας τη μπάλα στον άλλο και ο τρίτος προσπαθεί να την πιάσει. Αν καταφέρει να την πιάσει, παίρνει τη θέση του αυτού που την πέταξε.




Κουτσό



    Παίζεται από δυο άτομα. Το πρώτο παιδί που αρχίζει, ρίχνει μια στρογγυλή πέτρα στην αρχή του σχεδίου στο πρώτο τετράγωνο( πάτημα). Πρέπει στηριγμένο στο ένα πόδι να σπρώξει μ' αυτό την πέτρα στο δεύτερο πάτημα, μετά στο τρίτο κ.τ.λ., ώστε να φτάσει στο τέλος του σχεδίου. 





Στη συνέχεια ρίχνει την πέτρα στο δεύτερο τετράγωνο κι μπαίνει με το ένα πόδι στο σχέδιο και τετράγωνο-τετράγωνο φτάνει σ' εκείνο που βρίσκεται η πέτρα. Πάλι χτυπώντας την με το πόδι ,με το οποίο πατά στο έδαφος, προσπαθεί τετράγωνο -τετράγωνο να τη βγάλει έξω από το σχέδιο στο τέλος του. Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται με το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο τετράγωνο. Δεν πρέπει ούτε η πέτρα ούτε το πόδι να ακουμπήσει στις γραμμές του σχεδίου. 



    Αν ακουμπήσει στη γραμμή βγαίνει από το παιχνίδι και ξεκινά το άλλο παιδί. Επίσης χάνει το παιδί, του οποίου η πέτρα δε θα φτάσει στο τετράγωνο που ήταν η σειρά του. Αν για παράδειγμα έπρεπε να ρίξει την πέτρα του στο 4ο τετράγωνο κι αυτή, όπως την πετάξει, πάει στο 5ο, τότε το παιδί αυτό χάνει και συνεχίζει το άλλο παιδί. 
Το σχέδιο χαράζεται με κιμωλία ή κεραμίδι και υπάρχουν διάφορες παραλλαγές.







Λύκε, λύκε είσ' εδώ 
ή Περπατώ εις το δάσος


Ένα παιδί, συνήθως το μεγαλύτερο, που μπορεί να κάνει τη φωνή του άγρια και χοντρή, τραβιέται παράμερα και παριστάνει το λύκο. Τ' άλλα παιδιά σχηματίζουν μια ομάδα που προχωράει στο «δάσος» προς το μέρος του λύκου. Ακούγεται ο παρακάτω διάλογος:


 Παιδί:   Περπατώ, περπατώ εις το δάσος, όταν ο λύκος δεν είν' εδώ. Λύκε, λύκε, είσ' εδώ; 
 Λύκος:   Ναιαιαι! Βάζω το παντελόνι μου.
 Παιδί:   Περπατώ, περπατώ εις το δάσος όταν ο λύκος δεν είν' εδώ. Λύκε, λύκε, είσ' εδώ;
 Λύκος:   Ναιαιαι! Βάζω το πουκάμισο μου!

 Κι ο διάλογος συνεχίζεται, ώσπου να φορέσει ο λύκος όλα τα ρούχα του, οπότε φωνάζει:

Λύκος:   Ναιαιαι! Παίρνω τη μαγκούρα μου και σας κυνηγώ!

Και τρέχει να πιάσει τα παιδιά. Όποιο πιάσει, το δέρνει, αλλά το παιδί αποζημιώνεται γιατί γίνεται αυτό λύκος και βγάζει το άχτι του στα άλλα.

Συχνά ο λύκος απαντάει «παίρνω το μπαστούνι μου και σας κυνηγώ» προτού συμπληρώσει τη φορεσιά του, ενώ τα παιδιά είναι ξένοιαστα, ακριβώς για να τα αιφνιδιάσει και να τα πιάσει εύκολα.





Μακριά γαϊδούρα ή Γκαμήλα

   Τα παιδιά χωρίζονται σε δυο ομάδες. Η κάθε ομάδα έχει 5-6 παίκτες. Η «μάνα» της ομάδας που τα φυλάει ακουμπάει με την πλάτη στον τοίχο. Ένα  παιδί της ίδιας ομάδας ακουμπάει τα χέρια του στα γόνατα της μάνας, όπου και στηρίζεται, ενώ όλα τα παιδιά πίσω του σκύβουν, ακουμπώντας το στήθος τους στις πλάτες του μπροστινού τους, και πιάνονται γερά, περνώντας τα μπράτσα τους ολόγυρα στη μέση του μπροστινού τους, έτσι που να σχηματίζουν μια γέφυρα.


Μόλις δοθεί το σύνθημα, τα παιδιά της αντίπαλης ομάδας, έχοντας μπροστά τον πιο επιδέξιο και ευκίνητο παίχτη, αρχίζουν να πηδάνε πάνω απ' τις πλάτες των σκυμμένων παιδιών. Ο πρώτος παίχτης πρέπει, με ένα πήδημα, να φτάσει όσο γίνεται πιο μπροστά στη γέφυρα, σχεδόν κοντά στη μάνα, για να υπάρχει πίσω του χώρος για όλα ταπαιδιά. Όταν όλα τα παιδιά σκαρφαλώσουν, η καθισμένη μάνα αρχίζει και μετράει μέχρι το δέκα. Στο διάστημα αυτό τα παιδιά που είναι σκυμμένα κινούνται, γέρνουν, ανεβοκατεβάζουν την πλάτη τους...
    Αν η πρώτη ομάδα δεν πέσει κάτω, τότε κερδίζει. Αν πέσει κάτω, κερδίζει η δεύτερη ομάδα. Τότε αλλάζουν ρόλους.


Τα μήλα
Τα παιδιά χαράζουν δυο γραμμές που απέχουν μεταξύ τους 10-15 μέτρα (ανάλογα με τον αριθμό και την ηλικία των παιχτών). Με  λάχνισμα ορίζονται τα δυο παιδιά που θα στέκουν απέξω, ένα σε κάθε γραμμή· τα υπόλοιπα,  θα κινούνται μέσα στο χώρο που ορίζεται από τις δυο γραμμές. Το ένα από τα δύο παιδιά που είναι έξω ρίχνει την μπάλα προσπαθώντας να χτυπήσει κάποιο από τα παιδιά που είναι μέσα

Αν δε χτυπήσει κανένα, το άλλο παιδί από απέναντι πιάνει την μπάλα και γρήγορα, πριν προλάβουν ν' απομακρυνθούν οι παίχτες, τη ρίχνει πάνω τους.  Καθώς οι παίχτες που είναι μέσα προσπαθούν ν' αποφύγουν την μπαλιά, απομακρύνονται από το παιδί που τη ρίχνει και μαζεύονται κοντά στο άλλο. Τότε, όμως, το παιδί με την μπάλα, αντί να τη ρίξει πάνω στα παιδιά, είναι πιθανό να τη στείλει κατευθείαν στο αντικρινό του· αυτό, αν την πιάσει αμέσως, μπορεί πολύ εύκολα να βρει στόχο· και μάλιστα να χτυπήσει όχι μόνο ένα παιδί, αλλά και δύο ή περισσότερα, καθώς αυτά έχουν μαζευτεί κοντά του μην προβλέποντας αυτόν το στρατηγικό ελιγμό. Όποιο παιδί χτυπηθεί από τη μπάλα, καίγεται και βγαίνει από το παιχνίδι.


Όποιο παιδί πιάσει την μπάλα κερδίζει ένα «μήλο», που ισοδυναμεί με μια «ζωή». Αν ένα παιδί που κατέχει ήδη ένα μήλο χτυπηθεί από την μπάλα, μπορεί να παραμείνει, χάνοντας το μήλο. Γενικά, όσα μήλα έχει ο παίχτης τόσες φορές μπορεί να γλιτώσει. Έχει όμως το δικαίωμα να χαρίσει το μήλο του σε κάποιον συμπαίχτη του.

Συνήθως ένα παιδί απομένει μέσα τελευταίο. Τότε  τα δυο παιδιά που είναι απέξω ρίχνουν συνολικά δέκα φορές την μπάλα για να το χτυπήσουν. Αν το πετύχουν, κερδίζουν, αν όχι κερδίζουν όλα τα παιδιά που ήταν μέσα.


Μπερλίνα
   Τα παιδιά λαχνίζουν για να βρουν ποιο θα είναι «Μπερλίνα» και ποιο «ταχυδρόμος». Η Μπερλίνα κάθεται παράμερα, ενώ τ' άλλα παιδιά, συγκεντρωμένα κάπου μακριά της, λένε χαμηλόφωνα τα μηνύματα τους στον ταχυδρόμο. Τα μηνύματα είναι πειράγματα σχετικά με την εμφάνιση ή τη συμπεριφορά του παιδιού που είναι «Μπερλίνα». Όταν τελειώσουν, ξεκινούν όλα μαζί, με τον ταχυδρόμο επικεφαλής, και πλησιάζουν την Μπερλίνα.  Ακολουθεί ένας διάλογος ανάμεσα μόνο σ' εκείνη και τον ταχυδρόμο:

 Ταχυδρόμος: Καλημέρα σας, κυρία Μπερλίνα. Πέρασα από την αγορά κι άκουσα πολλά καλά και πολλά κακά για σένα.
Μπερλίνα:  Τι άκουσες; Πες μου!
Ταχυδρόμος: Να! Ο πρώτος μού είπε πως αν ο δάσκαλος δε σου έκανε χατιράκια, θα 'σουν η τελευταία. Ένας άλλος μου είπε πως αν δεν ήσουνα κλαψιάρα, θα 'σουν καλύτερη... (κ.λπ.) Διάλεξε και πάρε!

Η Μπερλίνα, που έχει ακούσει με προσοχή όλα τα μηνύματα του ταχυδρόμου, διαλέγει ένα απ' όσα άκουσε. Και προσπαθεί να αποκαλύψει τον αποστολέα του. Αν μαντέψει σωστά, αυτός με τη σειρά του γίνεται Μπερλίνα και είναι έτοιμος να «τ' ακούσει» κι αυτός.



Μπιζ!!!


   Μαζεύονται τα παιδιά και αποφασίζουν ποιος θα τα «φυλάει». Αυτός λοιπόν  βάζει το αριστερό του χέρι σαν παρωπίδα στο μάτι του και  το δεξί του χέρι κάτω από την αριστερή του μασχάλη (όπως φαίνεται στη φωτογραφία), κρατώντας την παλάμη ανοιχτή προς τα πάνω.
     Οι άλλοι παίκτες στέκονται πίσω του και ένας απ' αυτούς του χτυπάει την ανοιχτή παλάμη και ύστερα απομακρύνεται μαζί με τους άλλους. Όλοι χοροπηδούν γύρω του και στριφογυρίζουν το δεξί τους δείκτη φωνάζοντας «Μπιζζζ!», όπως κάνει η μέλισσα. 





   Αυτός που τα φυλάει πρέπει να μαντέψει ποιος τον χτύπησε. Αν τον ανακαλύψει, τότε αυτός παίρνει τη θέση του, αλλιώς τα ξαναφυλάει ο ίδιος.
Ο βασιλιάς


Τα παιδιά λαχνίζουν και ένα γίνεται βασιλιάς. Τα υπόλοιπα κάθονται σε κοντινή απόσταση και τραγουδούν:


- Βασιλιά, βασιλιά με τα δώδεκα σπαθιά!
- Τι δουλειά;
- Τεμπελιά.
- Και τα ρέστα;
- Παγωτά.

   Στη συνέχεια προσπαθούν να παραστήσουν με νοήματα και κινήσεις στον βασιλιά, που τους παρακολουθεί, ένα επάγγελμα που αποφάσισαν από πριν, χωρίς  αυτός να το γνωρίζει. Ο βασιλιάς πρέπει να μαντέψει το επάγγελμα. Αν το καταφέρει τρέχει να πιάσει ένα από τα παιδιά, τα οποία σκορπίζουν. Όποιο πιάσει γίνεται αυτό βασιλιάς. Αν δεν καταφέρει να καταλάβει τι επάγγελμα κάνουν, τότε τα παιδιά μιμούνται κάποιο άλλο επάγγελμα.



Ο λύκος και τ' αρνάκια


Τα παιδιά που συμμετέχουν διαλέγουν ένα που θα κάνει το λύκο. Τα υπόλοιπα ,που κάνουν τα αρνάκια, στέκονται το ένα πίσω από το άλλο και κρατιούνται το καθένα από το μπροστινό του αρνάκι, σαν τρενάκι. Πρώτο στη σειρά μπαίνει το πιο μεγάλο παιδί, για να προστατεύει τ' άλλα. 
Ένα άλλο παιδί που κάνει τον λύκο στέκεται απέναντί τους και προσπαθεί, χοροπηδώντας πότε δεξιά πότε αριστερά, να πιάσει κάποιο αρνάκι και να το βγάλει έξω απ' τη σειρά του για να το φάει...
Τ' αρνάκια μετακινούνται αντίθετα από το λύκο για να τον αποφύγουν. Το παιχνίδι συνοδεύεται από ένα διάλογο:

Λύκος: Αρνάκι μου μυρίζει, αρνάκι τρυφερό!
Αρνάκια: Γερο-λύκε, γερο-λύκε τι ιδέα που σου μπήκε!





Πεντόβολα

Παραδοσιακό παιχνίδι δεξιοτεχνίας που παίζεται από δύο ή περισσότερους παίχτες. Το παιχνίδι αυτό παίζεται με πέντε βόλους ή πέτρες (πεντόβολα). Κάθε παιδί που συμμετέχει τοποθετεί στο έδαφος πέντε βόλους. Παίρνει έναν βόλο ή πέτρα, τον πετά στον αέρα και, ενώ αυτός βρίσκεται στον αέρα, πρέπει να πάρει έναν βόλο από κάτω. 

 Ταυτόχρονα όμως, πρέπει να προλάβει να πιάσει και το βόλο που είχε πετάξει, πριν αυτός πέσει κάτω. Αν τα καταφέρει, μπορεί να συνεχίσει την ίδια διαδικασία, μέχρι να μαζέψει και τους τέσσερις βόλους.


     Στη συνέχεια  ακολουθεί κι άλλος γύρος. Πετά και πάλι ψηλά ένα βόλο και προσπαθεί να πιάσει από κάτω δύο μαζί και συγχρόνως αυτόν που κατεβαίνει. Μετά συνεχίζει επιχειρώντας να πιάσει τρεις βόλους μεμιάς, ύστερα και τους τέσσερις μαζί.





Περνά - περνά η μέλισσα

Τα παιδιά επιλέγουν δυο μάνες, οι οποίες  απομακρύνονται από τους υπόλοιπους και διαλέγουν η καθεμιά από κάτι, π.χ. «ήλιος - φεγγάρι», ή «φράουλα-κεράσι» κ.τ.λ.
Τα δυο παιδιά-μάνες ενώνουν τα χέρια τους μπροστά και ψηλά, έτσι ώστε να σχηματίσουν από κάτω καμάρα, τα χτυπάνε και τραγουδούν:



  Περνά περνά η μέλισσα
   με τα μελισσόπουλα
   και με τα παιδόπουλα,
   ζουμ, ζουμ, ζουμ, οι μέλισσες πετούν
   για να δούμε ποιον θα πιάσουμε…


  Τα  υπόλοιπα παιδιά κάνουν ουρά και περνάνε κάτω από την καμάρα. Όταν τελειώσει το τραγούδι, οι μάνες κατεβάζουν τα χέρια κι αιχμαλωτίζουν το παιδί που βρίσκεται τη στιγμή εκείνη κάτω από την καμάρα και το ρωτάνε χωρίς ν’ ακούσουν  τ' άλλα: «Τι θέλεις; Ήλιο ή φεγγάρι;» (ή φράουλα-κεράσι, ανάλογα με την παραλλαγή). Ανάλογα με την προτίμηση του, το παιδί πηγαίνει και στέκεται πίσω από τη μάνα που το κέρδισε.

Η ουρά ξαναπερνάει και συνεχίζεται το παιχνίδι. Στο τέλος απομένει ένα παιδί, ο «κλέφτης».
Ο κλέφτης παίρνει φόρα και περνάει δυο φορές ανάμεσα στις δυο μάνες, ενώ κάθε φορά όλα μαζί τα παιδιά φωνάζουν:
Μια του κλέφτη!
Δυο τον κλέφτη!
Τη στιγμή που ο κλέφτης επιχειρεί για τρίτη φορά να περάσει, οι μάνες κατεβάζουν τα χέρια και τον αιχμαλωτίζουν:
Τρεις και τόνε πιάσαμε! 
   Φωναχτά τώρα πια οι δυο μάνες το ρωτάνε τι προτιμάει, και το παιδί, ανάλογα με την προτίμηση του, πηγαίνει κι αυτό πίσω από τη μάνα που το κέρδισε. Στη συνέχεια, όλα τα παιδιά, πίσω από κάθε μάνα, πιάνονται το καθένα γερά από τη μέση του μπροστινού του, και οι δυο μάνες δίνουν τα χέρια και η κάθε ομάδα τραβάει την άλλη προσπαθώντας  να ρίξει την άλλη κάτω (διελκυστίνδα).



Πετάει-πετάει


     Όλοι οι παίχτες κάθονται γύρω από ένα τραπέζι κι ακουμπούν τον δείχτη τους πάνω στο τραπέζι.
 Το παιδί-μάνα λέει: «Πετάει - πετάει ο …» (προσθέτει το όνομα ενός πράγματος) και σηκώνει τον δείχτη ψηλά. Αν αυτό το πράγμα πετάει, τότε πρέπει οι παίχτες να σηκώσουν ψηλά τον δείχτη τους. Αν κάποιος παίχτης δε σηκώσει τον δείχτη του, καίγεται, αλλά  το παιχνίδι  συνεχίζεται .

Η μάνα συνεχίζει, επιταχύνοντας το ρυθμό για να μπερδέψει τα παιδιά. Όποιο παιδί σηκώσει το χέρι του σε κάτι που δεν πετάει, χάνει.
     Στο παιχνίδι αυτό τα παιδιά προσπαθούν να βρίσκουν λέξεις που να μοιάζουν ηχητικά μεταξύ τους και φυσικά να κάνουν ομοιοκαταληξία (π.χ. καναρίνι-μανταρίνι, πουλί-παιδί κ.τ.λ.).

Πινακωτή - πινακωτή

   Τα παιδιά μαζεύονται σε μια μεριά και σχηματίζουν μια ομάδα: τη «μάνα» και «τ' αρνάκια» της. Απέναντί τους, σε κάποια απόσταση, στέκεται ο «απεσταλμένος» του βασιλιά.

Η μάνα κάθεται σ' ένα σκαλοπάτι ή σκαμνί, και πάνω της κάθεται το «χαϊδεμένο»  αρνάκι της. Δίπλα του κάθονται τα υπόλοιπα παιδιά το ένα πλάι στο άλλο.Τα παιδιά βάζουν το χέρι στ' αυτί τους για ν' ακούνε, τάχα, καλά

Έρχεται από απέναντι ο απεσταλμένος του βασιλιά και με δυνατή φωνή κάνει τον παρακάτω διάλογο με καθένα από τα παιδιά της σειράς, διαδοχικά, ώσπου να φτάσει στη μάνα:


Απεσταλμένος: Πινακωτή πινακωτή!

Παιδί:  Από τ' άλλο μου τ' αυτί, γιατί είν' η μάνα μου κουφή!
Απεσταλμένος: Πινακωτή πινακωτή!
Παιδί:   Από τ' άλλο μου τ' αυτί, γιατί είν' η μάνα μου κουφή!
Απεσταλμένος: Πινακωτή πινακωτή!
Μάνα:  Ορίστε!
Απεσταλμένος: Είπε ο βασιλιάς να μου δώσεις ένα αρνί.
Μάνα: Διάλεξε και πάρε!

Ο απεσταλμένος του βασιλιά απλώνει το χέρι του κι ακουμπώντας ένα ένα τα κεφάλια των παιδιών τα αξιολογεί λέγοντας:


«Αυτό βρομάει κοτίλα, κοπριά κ.τ.λ... Α, αυτό μυρίζει κανέλα ! Το παίρνω!»


Ο απεσταλμένος παίρνει αυτό το παιδί και φεύγει. Το αφήνει, ξανάρχεται και επαναλαμβάνεται ο ίδιος διάλογος μέχρι  ο απεσταλμένος να πάρει όλα τ' αρνιά της μάνας. Της μένει τελικά μόνο το μανάρι της. Ο απεσταλμένος το ζητά κι ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:


Μάνα: Δεν έχω άλλο.
Απεσταλμένος: Έχεις.
Μάνα: Ένα το 'χω, δεν το δίνω, μα τον Άγιο Κωνσταντίνο!
Απεσταλμένος: Θα μου το δώσεις!
Μάνα: Αυτό το θέλω για να με πλένει, να με χτενίζει, να με ψειρίζει.
Απεσταλμένος: Θα το πάρω!
Μάνα: Έλα να το βρεις!

Στα λόγια αυτά, όλα τα παιδιά έρχονται και τριγυρίζουν τη μάνα με το μανάρι της και προσπαθούν να το κρύψουν από τα μάτια του απεσταλμένου.
Απεσταλμένος: Θα το βρω. Για δείξτε μου όλοι το δαχτυλάκι σας!

Τα παιδιά τού προτείνουν το μικρό δαχτυλάκι τους. Μαζί τους βέβαια απλώνει το δαχτυλάκι του και το μανάρι. Ο απεσταλμένος αγγίζει ένα ένα τα δάχτυλα των παιδιών και λέει:

Απεσταλμένος: Αυτό δεν είναι... Αυτό δεν είναι...
Αν ο απεσταλμένος αναγνωρίσει το δαχτυλάκι του μαναριού, λέει:
Απεσταλμένος: Αυτό είναι, και το παίρνω!
Το παίρνει και φεύγει, και το παιχνίδι τελειώνει. Αν όχι, ξεκινάει απ' την αρχή το παιχνίδι.









  Το δαχτυλίδι

    Παίζεται με 3-4 παιδιά. Η «μάνα» έχει  ανάμεσα στις παλάμες της ένα δαχτυλίδι και το περνάει μέσα από τα χέρια των παιδιών που έχουν ενωμένες τις χούφτες τους.

 Κάποια στιγμή αφήνει το δαχτυλίδι σε κάποιον χωρίς να το πάρουν είδηση τα άλλα παιδιά.  Αυτά πρέπει να βρουν σε ποιον έχει αφήσει το δαχτυλίδι η μάνα. Όποιος το βρει, παίρνει το δαχτυλίδι, γίνεται η «μάνα» και ξαναρχίζει το παιχνίδι. Όση ώρα περνάνε το δαχτυλίδι από χέρι σε χέρι λένε και ένα τραγούδι: 



Πουν' το, πουν' το
το δαχτυλίδι, ψάξε, ψάξε
δεν θα το βρεις!
δεν θα το βρεις,
δεν θα το βρεις,
το δαχτυλίδι που ζητείς.


Τυφλόμυγα


     

Τα παιδιά που συμμετέχουν δένουν μ' ένα πανί τα μάτια του παιδιού που τα «φυλάει» -την «τυφλόμυγα»- και τ' άλλα γυρίζουν γύρω του, πειράζοντάς το





Το παιδί με τα κλεισμένα μάτια προσπαθεί να πιάσει έναν από τους συμπαίχτες του. 
Όταν το καταφέρει, τον ψηλαφίζει και προσπαθεί από το ύψος του, τα ρούχα του και γενικά τα χαρακτηριστικά του να μαντέψει ποιος είναι, οπότε λέει το όνομα του και, αν μαντέψει σωστά, το παιδί αυτό γίνεται τυφλόμυγα.


   Τελικά τα μόνα παιχνίδια που έμειναν και παίζονται μέχρι σήμερα από κάποια παιδιά, τα καλοκαιρινά βράδια στην επαρχία, είναι τα διαχρονικά κυνηγητό και κρυφτό.

 Είναι τα μόνα παιχνίδια που κρατάνε την επαφή με το χτες και το πρόσφατο παρελθόν μας....




    Υπάρχουν όμως παιχνίδια εντελώς ξεχασμένα όπως το ξυλίκι που έχουν ξεχαστεί τελείως και που αποτελούν παιχνίδια που πρέπει να διασωθούν και να μελετηθούν πλέον σαν παράδοση.



  Κι όμως παιχνίδια σαν το σπασμένο τηλέφωνο θα μπορούσαν μέχρι και σήμερα να διασκεδάσουν τα μικρά παιδιά και να τους προσφέρουν κάποιες εναλλακτικές λύσεις έξω από τις τετριμμένες λύσεις του κομπιούτερ και των ηλεκτρονικών παιχνιδιών.




           

Βέβαια εκείνα τα χρόνια παιχνίδι ήταν να πειράζουμε και τους χαζούς ή τους τρελούς μιας αστικής γειτονιάς ή ενός χωριού. 

"Παιχνίδια" με ιδιαίτερη σκληρότητα και με κάποιου είδους κοινωνικό ρατσισμό, όμως ήταν κι αυτή μια διεργασία - σκληρή σίγουρα - που οδηγούσε στην ενηλικίωση και τελικά όσο κι αν φαίνεται περίεργο στον σεβασμό ή έστω στην ανοχή του "διαφορετικού".



    
Υπήρχε εννοείται και ένας φυλετικός διαχωρισμός στα παιχνίδια του δρόμου. 
Τα αγόρια για παράδειγμα έπαιζαν το τσέρκι, από την αρχαιότητα χωρίς τα κορίτσια να τολμούν να το δοκιμάσουν.


                                      

"Κύλαγε το τσέρκι στην οδό Φυλής
άστραφτε στον ήλιο κάποια τζαμαρία


άρπαζες την πέτρα δίχως να σκεφτείς
τίναζες το χέρι κάτω η τζαμαρία
γέλαγε η Μαρία η Μαρία"



  Τα κορίτσια για παράδειγμα έπαιζαν το σκοινάκι σε διάφορες παραλλαγές, παιχνίδι παραδοσιακά "κοριτσίστικο", που κανένα αγόρι δεν τολμούσε να δοκιμάσει ούτε για αστείο!! Φυσικά τα περισσότερα παιχνίδια γειτονιάς ήταν μεικτά και έτσι δημιουργούνταν και μεγάλοι έρωτες πολλές φορές!



    Καλό παιχνίδι παιδιά 
και νωρίς στα σπίτια σας!!



ΠΗΓΗ 

..



! Τα παιδιά τού προτείνουν το μικρό δαχτυλάκι τους. Μαζί τους βέβαια απλώνει το δαχτυλάκι του και το μανάρι. Ο απεσταλμένος αγγίζει ένα ένα τα δάχτυλα των παιδιών και λέει: Απεσταλμένος: Αυτό δεν είναι... Αυτό δεν είναι... Αν ο απεσταλμένος αναγνωρίσει το δαχτυλάκι του μαναριού, λέει: Απεσταλμένος: Αυτό είναι, και το παίρνω! Το παίρνει και φεύγει, και το παιχνίδι τελειώνει. Αν όχι, ξεκινάει απ' την αρχή το παιχνίδι. Ο ρολογάς Τα παιδιά τα βγάζουν με λάχνισμα κι εκλέγεται ένα παιδί, που θα κάνει τον αρχηγό. Ο αρχηγός στέκεται σ' ένα σημείο και όλα τα άλλα παιδιά
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Ερμηνεύει ο Γιώργος Μαρίνος. 
"Τι με κοιτάζεις
μ' αυτά τα μάτια
αυτό που ζήσαμε
σκοτάδι και μας πνίγει
εσύ μια κούκλα
στα σκαλοπάτια
κι εγώ τρενάκι
που δεν πρόκειται να φύγει."




Τα χώματα       
     Δεν ξέρω αν ήταν ακριβώς παιχνίδι, αλλά τα μικρότερα παιδιά έπαιζαν στα χώματα με τις ώρες. Τι κάναμε απροσδιόριστο, σκάβαμε, ανακατεύαμε, γεμίζαμε κουβαδάκια, παλεύαμε με φτυαράκια και τσουγκράνες! Η ομορφιά αυτού του παιχνιδιού ήταν η χαλαρότητά του και κυρίως ότι έπρεπε να βρωμιστείς οπωσδήποτε!! 
   Γυρίζαμε στα σπίτια μας σαν εργάτες οικοδομής με λερωμένα ρούχα, χέρια και γόνατα μες το χώμα, μαλλιά μες την άμμο. Οι μανάδες μας πάθαιναν πανικό και μας έπλεναν μες τη νύχτα σε σκάφες και κουβάδες, μουρμουρίζοντας και δίνοντας μας και καμιά ξυλιά για εκτόνωση. 
   Πολλές φορές βέβαια μας το πρότειναν και οι ίδιοι αν ήθελαν να μας ξεφορτωθούν - "Άντε να παίξεις με τα χώματα, αλλά πρόσεξε μην λερωθείς! - αν είναι δυνατόν! -.
Γύρω γύρω όλοι 
Τα παιδιά πιάνονται σ' έναν κύκλο και στο κέντρο βάζουν το πιο μικρό· γυρίζουν γύρω γύρω και τραγουδάνε:  
Γύρω γύρω όλοι 
στη μέση ο Μανόλης 
χέρια πόδια στη γραμμή 
κι όλοι κάθονται στη γη...
Τότε όλα τα παιδιά του κύκλου κάθονται κάτω, μετά σηκώνονται και συνεχίζουν:
Κι ο Μανόλης στο σκαμνί.
Τότε, το μικρό κάθεται κι αυτό.
Αγαλματάκια ακούνητα, αγέλαστα...  
    Τα αγαλματάκια παίζονται από τρία παιδιά και πάνω. Ένα παιδί τα «φυλάει» και κλείνει τα μάτια με την πλάτη γυρισμένη στα άλλα παιδιά. Κρατά κλειστά τα μάτια του και λέει τη φράση: «Αγαλματάκια ακούνητα, αγέλαστα, μέρα ή νύχτα;» Όσο λέει τη φράση και κρατά κλειστά τα μάτια τα άλλα παιδιά κινούνται. Φωνάζουν «νύχτα», όταν δεν είναι έτοιμα και «μέρα», όταν πάρουν μια συγκεκριμένη πόζα. Τότε  ανοίγει  τα μάτια του το παιδί που τα φυλάει και όλοι πρέπει να μείνουν ακίνητοι. Αν κάποιο παιδί εκείνη τη στιγμή  κινηθεί, τα φυλάει εκείνο.
Αλάτι ψιλό ή Το μαντιλάκι
    Τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, κάθονται σχηματίζοντας έναν κύκλο. Ένα  από τα παιδιά, κρατώντας ένα μαντίλι στο χέρι, χοροπηδάει γύρω από τον κύκλο και   τραγουδάει: 
Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό
έχασα τη μάνα μου και πάω να τη βρω.
Παπούτσια δε μου πήρε να πάω στο χορό. 
Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό
έχασα τη μάνα μου και πάω να τη βρω...
Ενώ τραγουδάει, ρίχνει το μαντίλι πίσω από ένα καθισμένο παιδί και συνεχίζει  το τραγούδι. Μόλις το παιδί καταλάβει πως  το μαντίλι βρίσκεται πίσω του, ή του το πουν τ' άλλα παιδιά, σηκώνεται, το παίρνει και τρέχει προς τα δεξιά, γύρω από τον κύκλο, προσπαθώντας να ακουμπήσει με το χέρι του το παιδί που του  έριξε μαντίλι. Το πρώτο παιδί πρέπει να προλάβει, τρέχοντας κι αυτό προς τα δεξιά, να πάει και να καθίσει στη θέση του άλλου παιδιού. Αν τα καταφέρει, τότε το παιχνίδι συνεχίζεται με το άλλο παιδί να γυρίζει έξω από τον κύκλο τραγουδώντας:
Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό.
Αμπάριζα
    Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η κάθε ομάδα ορίζει ένα δέντρο ή μια κολόνα για αμπάριζα. Σκοπός του παιχνιδιού είναι να προστατεύει η κάθε ομάδα την αμπάριζα της. 
    Τα παιδιά λαχνίζουν για το ποια ομάδα θα ξεκινήσει πρώτη. Ένα από τα παιδιά της ομάδας που βγήκε πρώτη λέει: «παίρνω αμπάριζα και βγαίνω» και βγαίνει στο χώρο ανάμεσα από τις αμπάριζες και παράλληλα βγαίνει και από την άλλη ομάδα ένα παιδί. Συναντιούνται και προσπαθούν είτε να ακουμπήσουν την αντίπαλη αμπάριζα και να την κυριεύσουν είτε να αγγίξουν ο ένας τον άλλο. Όποιος προλάβει να χτυπήσει τον άλλο, τον αιχμαλωτίζει και τον οδηγεί στην  αμπάριζα του. Ύστερα βγαίνει ένα παιδί από τη δεύτερη ομάδα και παράλληλα άλλο ένα από την πρώτη. Παίζουν με τον ίδιο τρόπο, μέχρι να φτάσουν στον τελευταίο παίκτη. Ο τελευταίος που μένει, προσπαθεί να προστατεύσει την αμπάριζα. Από την άλλη ομάδα μπορούν να του επιτεθούν δύο αντίπαλοι, όχι περισσότεροι. Μπορεί να προσπαθήσει να ελευθερώσει τους αιχμάλωτους συμπαίκτες του για να τον βοηθήσουν μ' ένα άγγιγμα. Τότε αυτοί φωνάζουν: «Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω και κανένα δεν το λέω»
Ένα-δύο-τρία κόκκινο φως!
    Το παιδί που κάνει τη «μάνα» στέκεται γυρισμένο στον τοίχο, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά σχηματίζουν μια γραμμή αρκετά μέτρα μακριά του. Στο διάστημα που το παιδί απαγγέλλει: «Ένα - δύο - τρία κόκκινο φως», τα παιδιά παίρνουν διάφορες στάσεις πλησιάζοντας σιγά-σιγά προς τη μάνα. Μόλις η «μάνα» σταματήσει, γυρίζει απότομα προς το μέρος των παιδιών, που έχουν στο μεταξύ ακινητοποιηθεί. Αν κάποιο απ’ αυτά κουνιέται,   «καίγεται» και δεν παίζει άλλο. Το παιχνίδι επαναλαμβάνεται μέχρι τη στιγμή που κάποιο παιδί θα πλησιάσει τη «μάνα» πολύ κοντά και θα τη χτυπήσει στον ώμο. Τότε όλα τα παιδιά αρχίζουν να τρέχουν, για να περάσουν τη γραμμή της αφετηρίας και η «μάνα» τα κυνηγά. Αν κάποιο παιδί πιαστεί απ’ τη «μάνα», πριν περάσει τη γραμμή, τότε τα "φυλάει". Αλλιώς, τα φυλάει πάλι το ίδιο παιδί.
Η μικρή Ελένη
   Τα παιδιά πιάνονται σε κύκλο. Στο κέντρο του κύκλου κάθεται γονατιστό ένα παιδί, η «μικρή Ελένη», που προσποιείται ότι κλαίει. Τα παιδιά γυρίζουν γύρω γύρω και τραγουδάνε ένα από τα παρακάτω τραγουδάκια:
Η μικρή Ελένη 
κάθεται και κλαίει 
ποιος δεν την παίζει 
φίλοι αδελφοί. 
Σήκω απάνω 
κλείσε τα ματάκια σου 
κοίταξε τον ήλιο 
και ποιον χαιρέτισε!
Η μικρή Ελένη 
κάθεται και κλαίει
πως δεν την παίζουν οι φιλενάδες της.
Σήκω απάνω 
τα μάτια κλείσε
τον ήλιο κοίτα 
κι αποχαιρέτισε!
Μόλις τελειώσει το τραγούδι, η μικρή Ελένη σηκώνεται όρθια με κλειστά μάτια, υψώνει το κεφάλι κατά τον ήλιο κι έπειτα, ψηλαφιστά πλησιάζει ένα από τα παιδιά του κύκλου και διαλέγει ένα στην τύχη. Το παιδί που διάλεξε η μικρή Ελένη παίρνει τη θέση της στο κέντρο του κύκλου και το παιχνίδι ξαναρχίζει.
Η ουρά του γαϊδάρου
   Παίζουν παιδιά από 6 χρονών και πάνω. 

Χρειάζονται τουλάχιστον 2 παίκτες, ένα χαρτί, ένα μαντίλι και ένα μολύβι. Τα παιδιά σχεδιάζουν πρώτα σε ένα χαρτί έναν γάιδαρο χωρίς ουρά. ΄Ενα παιδί κλείνει τα μάτια του με ένα μαντίλι. Παίρνει το μολύβι και προσπαθεί να φτιάξει την ουρά. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει πού έφτιαξε την ουρά. Μετά ένα άλλο παιδί αρχίζει την ίδια διαδικασία. Το παιχνίδι τελειώνει, όταν ζωγραφίσουν όλα τα παιδιά και νικητής είναι αυτός που έχει φτιάξει την ουρά στον κοντινότερο σημείο.
Τα καστέλια
Τα παιδιά χωρίζονται  σε δύο ομάδες. Κάθε ομάδα στήνει τρία καστέλια, δηλαδή πύργους φτιαγμένους από χώμα ή πέτρες, σε απόσταση 12 με 15 βήματα μεταξύ τους. Ο πρώτος που θα παίξει, παίρνει μια πέτρα και σημαδεύει από απόσταση 5-6 βημάτων ένα καστέλι. Αν το πετύχει, σημαδεύει το επόμενο, αν όχι, τότε συνεχίζει ο δεύτερος της ίδιας ομάδας κ.τ.λ., μέχρι να ρίξουν όλοι. Αν ρίξουν και τα τρία καστέλια , τότε κερδίζουν μια «μπινιά». Μετά συνεχίζει η     άλλη ομάδα.
     Νικητές είναι αυτοί που θα κάνουν τις περισσότερες «μπινιές».
Κλέφτες και Αστυνόμοι
   Παίζουν όσα παιδιά θέλουν και χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η μία είναι οι κλέφτες και η άλλη οι αστυνόμοι. 
    Οι αστυνόμοι προσπαθούν να πιάσουν τους κλέφτες, ακουμπώντας τους στην πλάτη. Αυτοί για να προφυλαχτούν, ακουμπούν με την πλάτη κάτω ή στον τοίχο. 
Μουσική: Γιάννης Σπανός
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Ερμηνεία: Χαρούλα Αλεξίου
"Παίζαν οι μικρότεροι
 κλέφτες κι αστυνόμους
 κι ήταν αρχηγός η Αργυρώ 
και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους 
του Άη Γιάννη θα 'τανε θαρρώ..."
Αλλά και οι κλέφτες προσπαθούν συγχρόνως να τους ακουμπήσουν στην πλάτη τους αστυνόμους. Όποιον τον ακουμπήσουν στην πλάτη, βγαίνει από το παιχνίδι.     
 Νικήτρια είναι όποια ομάδα μείνει με τα περισσότερα παιδιά.
Η κολοκυθιά
Ένα παιδί κάνει τη μάνα και τ' άλλα παίρνουν αριθμούς: 1, 2, 3 κ.λπ. Αρχίζει η μάνα, και το παιδί που θ' ακούσει τον αριθμό του πρέπει ν' απαντήσει αμέσως, αλλιώς καίγεται, οπότε ή βγαίνει από το παιχνίδι ή τιμωρείται να κάνει ό,τι το προστάξει η παρέα (το γάιδαρο, το σκύλο, τον κόκορα κ.λ.π.). Ο διάλογος, όπως είπαμε, αρχίζει με τη μάνα, συνεχίζεται όμως από τα διάφορα παιδιά που ακούνε τους αριθμούς τους:  
Μάνα:   Έχω μια κολοκυθιά που κάνει 7 κολοκύθια.
Παιδί 7:   Και γιατί να κάνει 7;
Μάνα:   Αμ, πόσα θες να κάνει;
Παιδί 7:   Να κάνει 3.
Παιδί 3:   Και γιατί να κάνει 3;
Παιδί 7:   Αμ, πόσα θες να κάνει;
Παιδί 3:   Να κάνει 10 (ή όποιον άλλον αριθμό, ή «να κάνει και η μάνα»).
Κορόιδο
Για να παιχτεί αυτό το παιχνίδι χρειάζονται 3 παιδιά και μια μπάλα.Τα δυο παιδιά κάθονται ο ένας απέναντι από τον άλλο σε κάποια απόσταση και στη μέση ο τρίτος. 
Τα δυο παιδιά πετούν ο ένας τη μπάλα στον άλλο και ο τρίτος προσπαθεί να την πιάσει. Αν καταφέρει να την πιάσει, παίρνει τη θέση του αυτού που την πέταξε.
Κουτσό
    Παίζεται από δυο άτομα. Το πρώτο παιδί που αρχίζει, ρίχνει μια στρογγυλή πέτρα στην αρχή του σχεδίου στο πρώτο τετράγωνο( πάτημα). Πρέπει στηριγμένο στο ένα πόδι να σπρώξει μ' αυτό την πέτρα στο δεύτερο πάτημα, μετά στο τρίτο κ.τ.λ., ώστε να φτάσει στο τέλος του σχεδίου. 
  Στη συνέχεια ρίχνει την πέτρα στο δεύτερο τετράγωνο κι μπαίνει με το ένα πόδι στο σχέδιο και τετράγωνο-τετράγωνο φτάνει σ' εκείνο που βρίσκεται η πέτρα. Πάλι χτυπώντας την με το πόδι ,με το οποίο πατά στο έδαφος, προσπαθεί τετράγωνο -τετράγωνο να τη βγάλει έξω από το σχέδιο στο τέλος του. Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται με το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο τετράγωνο. Δεν πρέπει ούτε η πέτρα ούτε το πόδι να ακουμπήσει στις γραμμές του σχεδίου. 
    Αν ακουμπήσει στη γραμμή βγαίνει από το παιχνίδι και ξεκινά το άλλο παιδί. Επίσης χάνει το παιδί, του οποίου η πέτρα δε θα φτάσει στο τετράγωνο που ήταν η σειρά του. Αν για παράδειγμα έπρεπε να ρίξει την πέτρα του στο 4ο τετράγωνο κι αυτή, όπως την πετάξει, πάει στο 5ο, τότε το παιδί αυτό χάνει και συνεχίζει το άλλο παιδί. 
Το σχέδιο χαράζεται με κιμωλία ή κεραμίδι και υπάρχουν διάφορες παραλλαγές.


Λύκε, λύκε είσ' εδώ 
ή Περπατώ εις το δάσος
Ένα παιδί, συνήθως το μεγαλύτερο, που μπορεί να κάνει τη φωνή του άγρια και χοντρή, τραβιέται παράμερα και παριστάνει το λύκο. Τ' άλλα παιδιά σχηματίζουν μια ομάδα που προχωράει στο «δάσος» προς το μέρος του λύκου. Ακούγεται ο παρακάτω διάλογος:
 Παιδί:   Περπατώ, περπατώ εις το δάσος, όταν ο λύκος δεν είν' εδώ. Λύκε, λύκε, είσ' εδώ; 
 Λύκος:   Ναιαιαι! Βάζω το παντελόνι μου.
 Παιδί:   Περπατώ, περπατώ εις το δάσος όταν ο λύκος δεν είν' εδώ. Λύκε, λύκε, είσ' εδώ;
 Λύκος:   Ναιαιαι! Βάζω το πουκάμισο μου!
 Κι ο διάλογος συνεχίζεται, ώσπου να φορέσει ο λύκος όλα τα ρούχα του, οπότε φωνάζει:
Λύκος:   Ναιαιαι! Παίρνω τη μαγκούρα μου και σας κυνηγώ!
Και τρέχει να πιάσει τα παιδιά. Όποιο πιάσει, το δέρνει, αλλά το παιδί αποζημιώνεται γιατί γίνεται αυτό λύκος και βγάζει το άχτι του στα άλλα.
Συχνά ο λύκος απαντάει «παίρνω το μπαστούνι μου και σας κυνηγώ» προτού συμπληρώσει τη φορεσιά του, ενώ τα παιδιά είναι ξένοιαστα, ακριβώς για να τα αιφνιδιάσει και να τα πιάσει εύκολα.
Μακριά γαϊδούρα ή Γκαμήλα
   Τα παιδιά χωρίζονται σε δυο ομάδες. Η κάθε ομάδα έχει 5-6 παίκτες. Η «μάνα» της ομάδας που τα φυλάει ακουμπάει με την πλάτη στον τοίχο. Ένα  παιδί της ίδιας ομάδας ακουμπάει τα χέρια του στα γόνατα της μάνας, όπου και στηρίζεται, ενώ όλα τα παιδιά πίσω του σκύβουν, ακουμπώντας το στήθος τους στις πλάτες του μπροστινού τους, και πιάνονται γερά, περνώντας τα μπράτσα τους ολόγυρα στη μέση του μπροστινού τους, έτσι που να σχηματίζουν μια γέφυρα.
Μόλις δοθεί το σύνθημα, τα παιδιά της αντίπαλης ομάδας, έχοντας μπροστά τον πιο επιδέξιο και ευκίνητο παίχτη, αρχίζουν να πηδάνε πάνω απ' τις πλάτες των σκυμμένων παιδιών. Ο πρώτος παίχτης πρέπει, με ένα πήδημα, να φτάσει όσο γίνεται πιο μπροστά στη γέφυρα, σχεδόν κοντά στη μάνα, για να υπάρχει πίσω του χώρος για όλα ταπαιδιά. Όταν όλα τα παιδιά σκαρφαλώσουν, η καθισμένη μάνα αρχίζει και μετράει μέχρι το δέκα. Στο διάστημα αυτό τα παιδιά που είναι σκυμμένα κινούνται, γέρνουν, ανεβοκατεβάζουν την πλάτη τους...
    Αν η πρώτη ομάδα δεν πέσει κάτω, τότε κερδίζει. Αν πέσει κάτω, κερδίζει η δεύτερη ομάδα. Τότε αλλάζουν ρόλους.
Τα μήλα
Τα παιδιά χαράζουν δυο γραμμές που απέχουν μεταξύ τους 10-15 μέτρα (ανάλογα με τον αριθμό και την ηλικία των παιχτών). Με  λάχνισμα ορίζονται τα δυο παιδιά που θα στέκουν απέξω, ένα σε κάθε γραμμή· τα υπόλοιπα,  θα κινούνται μέσα στο χώρο που ορίζεται από τις δυο γραμμές. Το ένα από τα δύο παιδιά που είναι έξω ρίχνει την μπάλα προσπαθώντας να χτυπήσει κάποιο από τα παιδιά που είναι μέσα. Αν δε χτυπήσει κανένα, το άλλο παιδί από απέναντι πιάνει την μπάλα και γρήγορα, πριν προλάβουν ν' απομακρυνθούν οι παίχτες, τη ρίχνει πάνω τους.  Καθώς οι παίχτες που είναι μέσα προσπαθούν ν' αποφύγουν την μπαλιά, απομακρύνονται από το παιδί που τη ρίχνει και μαζεύονται κοντά στο άλλο. Τότε, όμως, το παιδί με την μπάλα, αντί να τη ρίξει πάνω στα παιδιά, είναι πιθανό να τη στείλει κατευθείαν στο αντικρινό του· αυτό, αν την πιάσει αμέσως, μπορεί πολύ εύκολα να βρει στόχο· και μάλιστα να χτυπήσει όχι μόνο ένα παιδί, αλλά και δύο ή περισσότερα, καθώς αυτά έχουν μαζευτεί κοντά του μην προβλέποντας αυτόν το στρατηγικό ελιγμό. Όποιο παιδί χτυπηθεί από τη μπάλα, καίγεται και βγαίνει από το παιχνίδι.
Όποιο παιδί πιάσει την μπάλα κερδίζει ένα «μήλο», που ισοδυναμεί με μια «ζωή». Αν ένα παιδί που κατέχει ήδη ένα μήλο χτυπηθεί από την μπάλα, μπορεί να παραμείνει, χάνοντας το μήλο. Γενικά, όσα μήλα έχει ο παίχτης τόσες φορές μπορεί να γλιτώσει. Έχει όμως το δικαίωμα να χαρίσει το μήλο του σε κάποιον συμπαίχτη του.
Συνήθως ένα παιδί απομένει μέσα τελευταίο. Τότε  τα δυο παιδιά που είναι απέξω ρίχνουν συνολικά δέκα φορές την μπάλα για να το χτυπήσουν. Αν το πετύχουν, κερδίζουν, αν όχι κερδίζουν όλα τα παιδιά που ήταν μέσα.
Μπερλίνα
   Τα παιδιά λαχνίζουν για να βρουν ποιο θα είναι «Μπερλίνα» και ποιο «ταχυδρόμος». Η Μπερλίνα κάθεται παράμερα, ενώ τ' άλλα παιδιά, συγκεντρωμένα κάπου μακριά της, λένε χαμηλόφωνα τα μηνύματα τους στον ταχυδρόμο. Τα μηνύματα είναι πειράγματα σχετικά με την εμφάνιση ή τη συμπεριφορά του παιδιού που είναι «Μπερλίνα». Όταν τελειώσουν, ξεκινούν όλα μαζί, με τον ταχυδρόμο επικεφαλής, και πλησιάζουν την Μπερλίνα.  Ακολουθεί ένας διάλογος ανάμεσα μόνο σ' εκείνη και τον ταχυδρόμο:
 Ταχυδρόμος: Καλημέρα σας, κυρία Μπερλίνα. Πέρασα από την αγορά κι άκουσα πολλά καλά και πολλά κακά για σένα.
Μπερλίνα:  Τι άκουσες; Πες μου!
Ταχυδρόμος: Να! Ο πρώτος μού είπε πως αν ο δάσκαλος δε σου έκανε χατιράκια, θα 'σουν η τελευταία. Ένας άλλος μου είπε πως αν δεν ήσουνα κλαψιάρα, θα 'σουν καλύτερη... (κ.λπ.) Διάλεξε και πάρε!
Η Μπερλίνα, που έχει ακούσει με προσοχή όλα τα μηνύματα του ταχυδρόμου, διαλέγει ένα απ' όσα άκουσε. Και προσπαθεί να αποκαλύψει τον αποστολέα του. Αν μαντέψει σωστά, αυτός με τη σειρά του γίνεται Μπερλίνα και είναι έτοιμος να «τ' ακούσει» κι αυτός.
Μπιζ!!!
   Μαζεύονται τα παιδιά και αποφασίζουν ποιος θα τα «φυλάει». Αυτός λοιπόν  βάζει το αριστερό του χέρι σαν παρωπίδα στο μάτι του και  το δεξί του χέρι κάτω από την αριστερή του μασχάλη (όπως φαίνεται στη φωτογραφία), κρατώντας την παλάμη ανοιχτή προς τα πάνω.
     Οι άλλοι παίκτες στέκονται πίσω του και ένας απ' αυτούς του χτυπάει την ανοιχτή παλάμη και ύστερα απομακρύνεται μαζί με τους άλλους. Όλοι χοροπηδούν γύρω του και στριφογυρίζουν το δεξί τους δείκτη φωνάζοντας «Μπιζζζ!», όπως κάνει η μέλισσα. 
   Αυτός που τα φυλάει πρέπει να μαντέψει ποιος τον χτύπησε. Αν τον ανακαλύψει, τότε αυτός παίρνει τη θέση του, αλλιώς τα ξαναφυλάει ο ίδιος.
Ο βασιλιάς
Τα παιδιά λαχνίζουν και ένα γίνεται βασιλιάς. Τα υπόλοιπα κάθονται σε κοντινή απόσταση και τραγουδούν:
- Βασιλιά, βασιλιά με τα δώδεκα σπαθιά!
- Τι δουλειά;
- Τεμπελιά.
- Και τα ρέστα;
- Παγωτά.
   Στη συνέχεια προσπαθούν να παραστήσουν με νοήματα και κινήσεις στον βασιλιά, που τους παρακολουθεί, ένα επάγγελμα που αποφάσισαν από πριν, χωρίς  αυτός να το γνωρίζει. Ο βασιλιάς πρέπει να μαντέψει το επάγγελμα. Αν το καταφέρει τρέχει να πιάσει ένα από τα παιδιά, τα οποία σκορπίζουν. Όποιο πιάσει γίνεται αυτό βασιλιάς. Αν δεν καταφέρει να καταλάβει τι επάγγελμα κάνουν, τότε τα παιδιά μιμούνται κάποιο άλλο επάγγελμα.
Ο λύκος και τ' αρνάκια

Τα παιδιά που συμμετέχουν διαλέγουν ένα που θα κάνει το λύκο. Τα υπόλοιπα ,που κάνουν τα αρνάκια, στέκονται το ένα πίσω από το άλλο και κρατιούνται το καθένα από το μπροστινό του αρνάκι, σαν τρενάκι. Πρώτο στη σειρά μπαίνει το πιο μεγάλο παιδί, για να προστατεύει τ' άλλα. Ένα άλλο παιδί που κάνει τον λύκο στέκεται απέναντί τους και προσπαθεί, χοροπηδώντας πότε δεξιά πότε αριστερά, να πιάσει κάποιο αρνάκι και να το βγάλει έξω απ' τη σειρά του για να το φάει...
Τ' αρνάκια μετακινούνται αντίθετα από το λύκο για να τον αποφύγουν. Το παιχνίδι συνοδεύεται από ένα διάλογο:

Λύκος: Αρνάκι μου μυρίζει, αρνάκι τρυφερό!
Αρνάκια: Γερο-λύκε, γερο-λύκε τι ιδέα που σου μπήκε!






Πεντόβολα


Παραδοσιακό παιχνίδι δεξιοτεχνίας που παίζεται από δύο ή περισσότερους παίχτες. Το παιχνίδι αυτό παίζεται με πέντε βόλους ή πέτρες (πεντόβολα). Κάθε παιδί που συμμετέχει τοποθετεί στο έδαφος πέντε βόλους. Παίρνει έναν βόλο ή πέτρα, τον πετά στον αέρα και, ενώ αυτός βρίσκεται στον αέρα, πρέπει να πάρει έναν βόλο από κάτω. Ταυτόχρονα όμως, πρέπει να προλάβει να πιάσει και το βόλο που είχε πετάξει, πριν αυτός πέσει κάτω. Αν τα καταφέρει, μπορεί να συνεχίσει την ίδια διαδικασία, μέχρι να μαζέψει και τους τέσσερις βόλους.

     Στη συνέχεια  ακολουθεί κι άλλος γύρος. Πετά και πάλι ψηλά ένα βόλο και προσπαθεί να πιάσει από κάτω δύο μαζί και συγχρόνως αυτόν που κατεβαίνει. Μετά συνεχίζει επιχειρώντας να πιάσει τρεις βόλους μεμιάς, ύστερα και τους τέσσερις μαζί.






Περνά - περνά η μέλισσα


Τα παιδιά επιλέγουν δυο μάνες, οι οποίες  απομακρύνονται από τους υπόλοιπους και διαλέγουν η καθεμιά από κάτι, π.χ. «ήλιος - φεγγάρι», ή «φράουλα-κεράσι» κ.τ.λ.
Τα δυο παιδιά-μάνες ενώνουν τα χέρια τους μπροστά και ψηλά, έτσι ώστε να σχηματίσουν από κάτω καμάρα, τα χτυπάνε και τραγουδούν:
  Περνά περνά η μέλισσα
   με τα μελισσόπουλα
   και με τα παιδόπουλα,
   ζουμ, ζουμ, ζουμ, οι μέλισσες πετούν
   για να δούμε ποιον θα πιάσουμε…
   Τα  υπόλοιπα παιδιά κάνουν ουρά και περνάνε κάτω από την καμάρα. Όταν τελειώσει το τραγούδι, οι μάνες κατεβάζουν τα χέρια κι αιχμαλωτίζουν το παιδί που βρίσκεται τη στιγμή εκείνη κάτω από την καμάρα και το ρωτάνε χωρίς ν’ ακούσουν  τ' άλλα: «Τι θέλεις; Ήλιο ή φεγγάρι;» (ή φράουλα-κεράσι, ανάλογα με την παραλλαγή).

 Ανάλογα με την προτίμηση του, το παιδί πηγαίνει και στέκεται πίσω από τη μάνα που το κέρδισε.
Η ουρά ξαναπερνάει και συνεχίζεται το παιχνίδι. Στο τέλος απομένει ένα παιδί, ο «κλέφτης».
Ο κλέφτης παίρνει φόρα και περνάει δυο φορές ανάμεσα στις δυο μάνες, ενώ κάθε φορά όλα μαζί τα παιδιά φωνάζουν:
Μια του κλέφτη!
Δυο τον κλέφτη!
Τη στιγμή που ο κλέφτης επιχειρεί για τρίτη φορά να περάσει, οι μάνες κατεβάζουν τα χέρια και τον αιχμαλωτίζουν:
Τρεις και τόνε πιάσαμε! 
   Φωναχτά τώρα πια οι δυο μάνες το ρωτάνε τι προτιμάει, και το παιδί, ανάλογα με την προτίμηση του, πηγαίνει κι αυτό πίσω από τη μάνα που το κέρδισε. Στη συνέχεια, όλα τα παιδιά, πίσω από κάθε μάνα, πιάνονται το καθένα γερά από τη μέση του μπροστινού του, και οι δυο μάνες δίνουν τα χέρια και η κάθε ομάδα τραβάει την άλλη προσπαθώντας  να ρίξει την άλλη κάτω (διελκυστίνδα).




Πετάει-πετάει

     Όλοι οι παίχτες κάθονται γύρω από ένα τραπέζι κι ακουμπούν τον δείχτη τους πάνω στο τραπέζι. Το παιδί-μάνα λέει: «Πετάει - πετάει ο …» (προσθέτει το όνομα ενός πράγματος) και σηκώνει τον δείχτη ψηλά. Αν αυτό το πράγμα πετάει, τότε πρέπει οι παίχτες να σηκώσουν ψηλά τον δείχτη τους. Αν κάποιος παίχτης δε σηκώσει τον δείχτη του, καίγεται, αλλά  το παιχνίδι  συνεχίζεται . Η μάνα συνεχίζει, επιταχύνοντας το ρυθμό για να μπερδέψει τα παιδιά. Όποιο παιδί σηκώσει το χέρι του σε κάτι που δεν πετάει, χάνει.

     Στο παιχνίδι αυτό τα παιδιά προσπαθούν να βρίσκουν λέξεις που να μοιάζουν ηχητικά μεταξύ τους και φυσικά να κάνουν ομοιοκαταληξία (π.χ. καναρίνι-μανταρίνι, πουλί-παιδί κ.τ.λ.).
Πινακωτή - πινακωτή

   Τα παιδιά μαζεύονται σε μια μεριά και σχηματίζουν μια ομάδα: τη «μάνα» και «τ' αρνάκια» της. Απέναντί τους, σε κάποια απόσταση, στέκεται ο «απεσταλμένος» του βασιλιά.

Η μάνα κάθεται σ' ένα σκαλοπάτι ή σκαμνί, και πάνω της κάθεται το «χαϊδεμένο»  αρνάκι της. Δίπλα του κάθονται τα υπόλοιπα παιδιά το ένα πλάι στο άλλο.Τα παιδιά βάζουν το χέρι στ' αυτί τους για ν' ακούνε, τάχα, καλά
Έρχεται από απέναντι ο απεσταλμένος του βασιλιά και με δυνατή φωνή κάνει τον παρακάτω διάλογο με καθένα από τα παιδιά της σειράς, διαδοχικά, ώσπου να φτάσει στη μάνα:


Απεσταλμένος: Πινακωτή πινακωτή!
Παιδί:  Από τ' άλλο μου τ' αυτί, γιατί είν' η μάνα μου κουφή!
Απεσταλμένος: Πινακωτή πινακωτή!
Παιδί:   Από τ' άλλο μου τ' αυτί, γιατί είν' η μάνα μου κουφή!
Απεσταλμένος: Πινακωτή πινακωτή!
Μάνα:  Ορίστε!
Απεσταλμένος: Είπε ο βασιλιάς να μου δώσεις ένα αρνί.
Μάνα: Διάλεξε και πάρε!
Ο απεσταλμένος του βασιλιά απλώνει το χέρι του κι ακουμπώντας ένα ένα τα κεφάλια των παιδιών τα αξιολογεί λέγοντας:
«Αυτό βρομάει κοτίλα, κοπριά κ.τ.λ... Α, αυτό μυρίζει κανέλα ! Το παίρνω!»
Ο απεσταλμένος παίρνει αυτό το παιδί και φεύγει. Το αφήνει, ξανάρχεται και επαναλαμβάνεται ο ίδιος διάλογος μέχρι  ο απεσταλμένος να πάρει όλα τ' αρνιά της μάνας. Της μένει τελικά μόνο το μανάρι της. Ο απεσταλμένος το ζητά κι ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:
Μάνα: Δεν έχω άλλο.
Απεσταλμένος: Έχεις.
Μάνα: Ένα το 'χω, δεν το δίνω, μα τον Άγιο Κωνσταντίνο!
Απεσταλμένος: Θα μου το δώσεις!
Μάνα: Αυτό το θέλω για να με πλένει, να με χτενίζει, να με ψειρίζει.
Απεσταλμένος: Θα το πάρω!
Μάνα: Έλα να το βρεις!
Στα λόγια αυτά, όλα τα παιδιά έρχονται και τριγυρίζουν τη μάνα με το μανάρι της και προσπαθούν να το κρύψουν από τα μάτια του απεσταλμένου.
Απεσταλμένος: Θα το βρω. Για δείξτε μου όλοι το δαχτυλάκι σας!
Τα παιδιά τού προτείνουν το μικρό δαχτυλάκι τους. Μαζί τους βέβαια απλώνει το δαχτυλάκι του και το μανάρι. Ο απεσταλμένος αγγίζει ένα ένα τα δάχτυλα των παιδιών και λέει:
Απεσταλμένος: Αυτό δεν είναι... Αυτό δεν είναι...
Αν ο απεσταλμένος αναγνωρίσει το δαχτυλάκι του μαναριού, λέει:
Απεσταλμένος: Αυτό είναι, και το παίρνω!
Το παίρνει και φεύγει, και το παιχνίδι τελειώνει. Αν όχι, ξεκινάει απ' την αρχή το παιχνίδι.



Το δαχτυλίδι

    Παίζεται με 3-4 παιδιά. Η «μάνα» έχει  ανάμεσα στις παλάμες της ένα δαχτυλίδι και το περνάει μέσα από τα χέρια των παιδιών που έχουν ενωμένες τις χούφτες τους. Κάποια στιγμή αφήνει το δαχτυλίδι σε κάποιον χωρίς να το πάρουν είδηση τα άλλα παιδιά.  Αυτά πρέπει να βρουν σε ποιον έχει αφήσει το δαχτυλίδι η μάνα. Όποιος το βρει, παίρνει το δαχτυλίδι, γίνεται η «μάνα» και ξαναρχίζει το παιχνίδι. Όση ώρα περνάνε το δαχτυλίδι από χέρι σε χέρι λένε και ένα τραγούδι: 
Πουν' το, πουν' το
το δαχτυλίδι, ψάξε, ψάξε
δεν θα το βρεις!
δεν θα το βρεις,
δεν θα το βρεις,
το δαχτυλίδι που ζητείς.


Τυφλόμυγα

      Τα παιδιά που συμμετέχουν δένουν μ' ένα πανί τα μάτια του παιδιού που τα «φυλάει» -την «τυφλόμυγα»- και τ' άλλα γυρίζουν γύρω του, πειράζοντάς το.
Το παιδί με τα κλεισμένα μάτια προσπαθεί να πιάσει έναν από τους συμπαίχτες του. 
Όταν το καταφέρει, τον ψηλαφίζει και προσπαθεί από το ύψος του, τα ρούχα του και γενικά τα χαρακτηριστικά του να μαντέψει ποιος είναι, οπότε λέει το όνομα του και, αν μαντέψει σωστά, το παιδί αυτό γίνεται τυφλόμυγα.


   Τελικά τα μόνα παιχνίδια που έμειναν και παίζονται μέχρι σήμερα από κάποια παιδιά, τα καλοκαιρινά βράδια στην επαρχία, είναι τα διαχρονικά κυνηγητό και κρυφτό. Είναι τα μόνα παιχνίδια που κρατάνε την επαφή με το χτες και το πρόσφατο παρελθόν μας....

    Υπάρχουν όμως παιχνίδια εντελώς ξεχασμένα όπως το ξυλίκι που έχουν ξεχαστεί τελείως και που αποτελούν παιχνίδια που πρέπει να διασωθούν και να μελετηθούν πλέον σαν παράδοση.


  Κι όμως παιχνίδια σαν το σπασμένο τηλέφωνο θα μπορούσαν μέχρι και σήμερα να διασκεδάσουν τα μικρά παιδιά και να τους προσφέρουν κάποιες εναλλακτικές λύσεις έξω από τις τετριμμένες λύσεις του κομπιούτερ και των ηλεκτρονικών παιχνιδιών.



           
  Βέβαια εκείνα τα χρόνια παιχνίδι ήταν να πειράζουμε και τους χαζούς ή τους τρελούς μιας αστικής γειτονιάς ή ενός χωριού. "Παιχνίδια" με ιδιαίτερη σκληρότητα και με κάποιου είδους κοινωνικό ρατσισμό, όμως ήταν κι αυτή μια διεργασία - σκληρή σίγουρα - που οδηγούσε στην ενηλικίωση και τελικά όσο κι αν φαίνεται περίεργο στον σεβασμό ή έστω στην ανοχή του "διαφορετικού".


     Υπήρχε εννοείται και ένας φυλετικός διαχωρισμός στα παιχνίδια του δρόμου. Τα αγόρια για παράδειγμα έπαιζαν το τσέρκι, από την αρχαιότητα χωρίς τα κορίτσια να τολμούν να το δοκιμάσουν.








                             "Κύλαγε το τσέρκι στην οδό                 Φυλήςάστραφτε στον ήλιο κάποια τζαμαρία
άρπαζες την πέτρα δίχως να σκεφτείς
τίναζες το χέρι κάτω η τζαμαρία
γέλαγε η Μαρία η Μαρία"



  
Τα κορίτσια για παράδειγμα έπαιζαν το σκοινάκι σε διάφορες παραλλαγές, παιχνίδι παραδοσιακά "κοριτσίστικο", που κανένα αγόρι δεν τολμούσε να δοκιμάσει ούτε για αστείο!! Φυσικά τα περισσότερα παιχνίδια γειτονιάς ήταν μεικτά και έτσι δημιουργούνταν και μεγάλοι έρωτες πολλές φορές!




    Καλό παιχνίδι παιδιά 
και νωρίς στα σπίτια σας!!





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου