Κυριακή, 16 Αυγούστου 2015

ΒΙΚΥ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ Έφυγε από τη ζωή στις 16 Αυγούστου του 2005


       

 

Στο Μεταξουργείο, στις 17 Μαΐου του 1943, γεννήθηκε η Βίκυ Μοσχολιού. Χρόνια εξαιρετικά δύσκολα. Η μάνα της, 16 ετών όταν την έκανε, ξενόπλενε κι ο πατέρας της δούλευε από τα άγρια χαράματα στη Λαχαναγορά για να μεγαλώσει τα τρία του παιδιά. Όμως, «μπορεί να ήταν μίζερα τα χρόνια, αλλά εγώ ένιωθα τη ζωή ωραία, ανέμελη...», έλεγε η ίδια στο Γιώργο Τσάμπρα. 




Με αιματηρές οικονομίες η οικογένεια αγοράζει ένα οικόπεδο εκτός σχεδίου στο Αιγάλεω και μετακομίζουν εκεί. Οι στερήσεις είναι η μία πλευρά της παιδικής της ζωής. 


Η άλλη είναι η οικογενειακή ζεστασιά. «Ερχόντουσαν όλοι οι συγγενείς, αρχίζανε το γλέντι από το Σάββατο και τέλειωναν την Κυριακή. Ο πατέρας μου είχε ένα γραμμόφωνο και πολλούς δίσκους, λαϊκούς, αλλά κι από επιθεωρήσεις με τον Κυριακό...» 




Όταν τελειώνει το Δημοτικό ξεκινάει να δουλεύει ως κορδελιάστρα με 15 δραχμές βδομαδιάτικο. Το τραγούδι είναι το πάθος της. Ο πατέρας της την έχει μάθει να χορεύει χασάπικο και ζεϊμπέκικο, ο θειός της να λέει τραγούδια του Αττίκ. Εκείνη προτιμάει τα λαϊκά... 



 


Μια πρώτη απόπειρα να τραγουδήσει, επισήμως, κάνει πηγαίνοντας στα «Ταλέντα» του Οικονομίδη. Ο πατέρας της τής το απαγορεύει. Στα 19 της πια, η Βίκυ Μοσχολιού ακολουθεί την ξαδέλφη της Έφη Λίντα που τραγουδά στην «Τριάνα» του Χειλά με τον Μπιθικώτση και τη Δούκισσα. Πρώτο μεροκάματο 150 δραχμές. «Ο πατέρας μου αντέδρασε πάλι, αλλά στο τέλος, αφού του υποσχέθηκα ότι δεν θα μάθω να καπνίζω και να... χαρτοπαίζω, είπε το "ναι". Κι έτσι, ανήμερα το Πάσχα του 1962 ανέβηκα στο πάλκο...» 


Το '62 θα κάνει και την πρώτη της δισκογραφική απόπειρα, με το «Να 'ξερες πόσο πόνεσα» του Σταύρου Τζουανάκου. Και το ίδιο καλοκαίρι, κάνει στου Κουλουριώτη «σεγόντο» στον Καζαντζίδη και το Ζαμπέτα. Τον πρώτο θα τον ακολουθήσει σε περιοδεία στην Αυστραλία. Απογοητεύεται, όμως, τόσο ώστε, επιστρέφοντας, εγκαταλείπει το τραγούδι και γυρίζει στο εργοστάσιο... 




Μια τυχαία συνάντηση με τον περίφημο Τάκη Λαμπρόπουλο της Columbia τής ανοίγει, όμως, και πάλι την πόρτα: ο Σταύρος Ξαρχάκος ψάχνει μια νέα φωνή για το περίφημο «Χάθηκε το φεγγάρι» στην ταινία «Λόλα». Ο Λαμπρόπουλος προτείνει τη Μοσχολιού κι έτσι η ίδια βρίσκεται στα γυρίσματα. 


«Ήταν χειμώνας, κρύωνα... Είχα φοβερό τρακ(...). Ευτυχώς, μου είχαν δώσει να κρατάω ένα τσιγάρο. Δεν κάπνιζα τότε και, καθώς μπήκε ο καπνός στα μάτια μου, βούρκωσα. Ακούω ξαφνικά το Δημόπουλο να φωνάζει: "Αυτό είναι. Πάμε"...» 



Αυτό το τραγούδι σηματοδοτεί και την επίσημη είσοδό της στη δισκογραφία. Την ίδια εποχή την επιστρατεύει ο Ζαμπέτας για να πει «Τα δάκρυα», το «Χωρισμό», «Τα Δειλινά» και το «Πάει». Με το ρεπερτόριο του Ζαμπέτα, του Ξαρχάκου, αλλά και του Καλδάρα, η Μοσχολιού αποκτά πια όνομα. 




Σταθερότερη είναι η συνεργασία της με το Ζαμπέτα: συνυπάρχουν από το 1964 έως το 1966 και στο πάλκο και στη δισκογραφία και σε κινηματογραφικές συμμετοχές. Σεπτέμβρη του 1966 εμφανίζεται για πρώτη φορά μόνη της στα «Δειλινά» - το πρώην «Χρυσό Βαρέλι» που μετονομάστηκε χάρη στην επιτυχία του Ζαμπέτα. Λίγο αργότερα, συμμετέχει με τον Μπιθικώτση σε συναυλίες του Μίκη Θεοδωράκη, ηχογραφώντας και τα «Έξι Φεγγάρια της Θάλασσας




  











Το 1967, πάλι κοντά στον Μπιθικώτση αλλά και στον «καινούργιο» Σταμάτη Κόκοτα, τραγουδά Ξαρχάκο στο «Ρεξ». Είναι η χρονιά που θα παντρευτεί και τον αγαπημένο της, επίσημο συνοδό της από το 1963 και αστέρα του Παναθηναϊκού Μίμη Δομάζο -με τον οποίο θα αποκτήσουν και δύο κόρες, τη Ράνια και την Ευαγγελία, προτού να χωρίσουν το 1978. 


Η πορεία της παραμένει ανοδική: εμφανίσεις με όλους τους μεγάλους τραγουδιστές, δισκογραφικές συνεργασίες με τον Ακη Πάνου, το Δήμο Μούτση, το Βαγγέλη Πιτσιλαδή, το Μίμη Πλέσσα και το Γιώργο Κατσαρό, συμμετοχές στους δύο πρώτους μεγάλους δίσκους του Σπανού («Μια Κυριακή» και «Το Σαββατόβραδο») καθώς και στο δίσκο του πρωτοεμφανιζόμενου Λουκιανού Κηλαηδόνη («Η Πόλη μας»).
Μάιο του 1970, η Μοσχολιού υπογράφει συμβόλαιο με την -μετέπειτα Philips- «Ελλαδίσκ» και ηχογραφεί το πρώτο της προσωπικό άλμπουμ, με τραγούδια του Ζαμπέτα («Ο αλήτης», «Το γράμμα») και του Άκη Πάνου («Θα κλείσω τα μάτια»).



Το 1972, ακολουθεί το Δήμο Μούτση και τον Αντώνη Καλογιάννη στην Πλάκα, στο Zoom. Έτσι ανοίγει ένας καινούργιος κύκλος στην καριέρα της. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια ο πλακιώτικος «Ζυγός» θα γίνει μόνιμο στέκι της: «Πήρα το ρίσκο. Εκεί έπρεπε να είσαι τέλεια, γιατί ούτε τρώγανε ούτε πίνανε ούτε σπάγανε... Είχαν ένα ποτήρι στα χέρια, κάθονταν και σε κοίταζαν στα μάτια…» 





Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Πρώτη εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού



Αν είμαστε στο τραίνο Θησείο-Πειραιά,
θα σου 'βαζα στο χέρι δυο λόγια τυχερά.
Κι αν έπεφτε και χιόνι εδώ στην Άνω Δάφνη,
θα μπαίναμε στο "Pony" ο κόσμος να μας ψάχνει.

Κι όπως θα 'πεφτε η βροχή, για φαντάσου, φορτωμένους
όλους τους ερωτευμένους, σε μια τσίγκινη σκεπή,
κι από πάνω ο Θεός, με τον Άγιο Βαλεντίνο,
σ' αγαπώ και δε σε δίνω κανενός.

Αν είχαμε για σπίτι ετούτα τα φιλιά,
ποιος θα 'γραφε τραγούδι πως είμαστε αγκαλιά;
Κι αν έβγαινε φεγγάρι ψηλά στη Μεσογείων
ποιος θ' άντεχε να πάρει το δρόμο των Αγίων;

Κι όπως θα 'πεφτε η βροχή, για φαντάσου, φορτωμένους
όλους τους ερωτευμένους, σε μια τσίγκινη σκεπή,
κι από πάνω ο Θεός, με τον Άγιο Βαλεντίνο,
σ' αγαπώ και δε σε δίνω κανενός,
κι από πάνω ο Θεός, με τον Άγιο Βαλεντίνο,
σ' αγαπώ και δε σε δίνω κανενός.




 






Έφυγε από τη ζωή στις 16 Αυγούστου του 2005,

έπειτα από διετή μάχη με τον καρκίνο σε ηλικία 62 ετών.
















πληροφοριακό υλικό

http://clubs.pathfinder.gr/aktina/1513930







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου